Αγρότης α αβάσιμος [abásimos] gegenstandslos, unbegründet αβασιμότητα (F.)



Yüklə 448,29 Kb.
tarix17.09.2017
ölçüsü448,29 Kb.

237 αγρότης

α

αβάσιμος [abásimos] gegenstandslos,

unbegründet



αβασιμότητα (F.) [abasimóteta] Gegenstandslosigkeit

(F.)


άβατο (N.) [ábato] Klausur (F.)

αβλεψία (F.) [ablepsía] Versehen (N.)

αβοήθητος [aboéthetos] hilflos

αγαθό (N.) [agathó] Gut (N.)

αγαμία (F.) [agamía] Zölibat (M. bzw. N.)

άγαμος [ágamos] ledig

αγαπητός [agapetós] lieb

αγγελία (F.) [angelía] Botschaft (F.)

αγγελία (F.) εφημερίδας [angelía ephemerídas]

Anzeige (F.), Inserat (N.)



αγγελιοφόρος (F.) [angeliophóros] Botin (F.)

αγγελιοφόρος (M.) [angeliophóros] Bote (M.)

Αγγλία (F.) [Anglía] England (N.)

αγγλικός [anglikós] englisch

Αγγλοαμερικανικό Δίκαιο (N.) [Angloamerikanikó

Díkaio] angloamerikanisches

Recht (N.)

αγέλη (F.) [agéle] Herde (F.)

αγέννητος [agénnetos] ungeboren

ΑγίαΕδρα (F.) [Agía ‘Edra] Heiliger

Stuhl (M.)



άγιος [ágios] heilig

αγκαζάρω [ankazáro] reservieren

αγκυροβόλιο (N.) [ankyrobólio] Reede (F.)

αγνισμός (Μ.) [agnismós] Reinigung (F.)

άγνοια (F.) [ágnoia] Nichtwissen (N.),

Unkenntnis (F.), Unwissenheit (F.)



αγνός [agnós] keusch, rein

αγνοώ [agnoó] missachten

αγορά (F.) [agorá] Einkauf (M.), forum (N.)

(lat.) (Markt bzw. Gericht), Kauf (M.),

Markt (M.)

αγορά (F.) είδους [agorá eídus] Spezifikationskauf

(M.)


αγορά (F.) επί πιστώσει [agorá epí pistósei]

Kreditkauf (M.)



αγορά (F.) κεφαλαίου [agorá kephalaíu]

Kapitalmarkt (M.)



αγορά (F.) με δοκιμή [agorá me dokimé]

Kauf (M.) auf Probe



αγορά (F.) με δόσεις [agorá me dóseis]

Abzahlungskauf (M.), Ratenkauf (M.)



αγορά (F.) συναλλάγματος [agorá

synallágmatos] Devisenmarkt (M.)



αγορά (F.) τοις μετρητοίς [agorá tois

metretoís] Barkauf (M.)



αγορά (F.) ύστερα από δοκιμή [agorá

ýstera apó dokimé] Kauf (M.) nach Probe



αγοράζω [agorázo] einkaufen, kaufen

αγοράζω εκ νέου το πωληθέν [agorázo ek

néu to polethén] wiederkaufen



αγοράζω με λίζινγκ [agorázo me lízinnk]

leasen


αγοραία τιμή (F.) [agoraía timé] Marktpreis

(M.)


αγοραπωλησία (F.) [agorapolesía] Kauf (M.)

αγοραπωλησία (F.) εμπορευμάτων [agorapolesía

emporeumáton] Warenkauf (M.)



αγοραπωλησία (F.) ζώων [agorapolesía

zóon] Viehkauf (M.)



αγοραπωλησία (F.) καταναλωτικών αγα-

θών [agorapolesía katanalotikón agathón]

Verbrauchsgüterkauf (M.)



αγοραπωλησία (F.) με δόσεις [agorapolesía

me dóseis] Ratengeschäft (N.),

Teilzahlungsgeschäft (N.)

αγοραπωλησία (F.) μιάς κατηγορίας

[agorapolesía miás kategorías] Gattungskauf

(M.)

αγοραπωλησία (F.) τοις μετρητοίς [agorapolesía

tois metretoís] Handkauf (M.)



αγοραστής (M.) [agorastés] Abnehmer

(M.), Erwerber (M.), Käufer (M.)



αγοράστρια (F.) [agorástria] Abnehmerin

(F.), Erwerberin (F.), Käuferin (F.)



αγόρευση (F.) [agóreuse] Plädoyer (N.),

Vortrag (M.)



αγορεύω [agoreúo] plädieren, vortragen

άγρα (F.) [ágra] Werbung (F.)

άγριο ζώο (N.) [ágrio zóo] Wild (N.)

άγριος [ágrios] wild

αγρόκτημα (N.) [agróktema] Hof (M.)

αγροληπτική πίστωση (F.) [agroleptiké

pístose] Pachtkredit (M.)



αγρομίσθωμα (N.) [agromísthoma]

Pachtzins (M.)



αγρομίσθωση (F.) [agromísthose] Pacht (F.)

αγρομισθωτής (M.) [agromisthotés]

Pächter (M.)



αγρός (M.) [agrós] Flur (F.)

αγροτεμάχιο (N.) [agrotemáchio] Flurstück

(N.), Parzelle (F.)



αγρότης (M.) [agrótes] Bauer (M.),

Landwirt (M.)



αγρ οτική εκμετάλλευση 238

αγροτική εκμετάλλευση (F.) [agrotiké

ekmetálleuse] Hof (M.)



αγροτικός [agrotikós] agrarisch

αγροτικός αναδασμός (M.) [agrotikós

anadasmós] Flurbereinigung (F.)



αγρότισσα (F.) [agrótissa] Bäuerin (F.),

Landwirtin (F.)



αγρυπνώ [agrypnó] wachen

αγχόνη (F.) [anchóne] Galgen (M.), Strang (M.)

αγωγή (F.) [agogé] Klage (F.)

αγωγή (F.) ακύρωσης [agogé akýroses]

Anfechtungsklage (F.)



αγωγή (F.) αμφισβήτησης [agogé amphisbéteses]

Impugnationsklage (F.)



αγωγή (F.) ανταγωνιστών [agogé antagonistón]

Konkurrentenklage (F.)



αγωγή (F.) αποκατάστασης [agogé apokatástases]

Restitutionsklage (F.)



αγωγή (F.) αποκατάστασης της γαμικής

κοινωνίας [agogé apokatástases tes gamikés

koinonías] Herstellungsklage (F.)



αγωγή (F.) για παράλειψη [agogé gia

paráleipse] Unterlassungsklage (F.)



αγωγή (F.) για παροχή πληροφοριών

[agogé gia paroché plerophorión] Auskunftsklage

(F.)

αγωγή (F.) διανομής [agogé dianomés]

Teilungsklage (F.)



αγωγή (F.) έξωσης [agogé éxoses] Räumungsklage

(F.)


αγωγή (F.) κατά της εκτέλεσης [agogé

katá tes ektéleses] Vollstreckungsgegenklage

(F.)

αγωγή (F.) μετόχου [agogé metóchu]

Aktionärsklage (F.)



αγωγή (F.) περί κλήρου [agogé perí kléru]

Erbschaftsklage (F.)



αγωγή (F.) πληρωμής [agogé pleromés]

Zahlungsklage (F.)



αγωγή (F.) του γειτονικού δικαίου [agogé

tu geitonikú dikaíu] Nachbarklage (F.)



αγωγή ακύρωσης (F.) [agogé akýroses]

Nichtigkeitsklage (F.)



αγώγιμο (N.) [agógimo] Klagbarkeit (F.)

αγώγιμος [agógimos] klagbar

αγωγός (M.) [agogós] Leitung (F.)

αγώνας (M.) [agónas] Kampf (M.), Spiel (N.)

αγωνίζομαι [agonízomai] kämpfen

αδασμολόγητος [adasmológetos] zollfrei

άδεια (F.) [ádeia] Dispens (M.), Erlaubnis

(F.), Ferien (F.Pl.), Urlaub (M.), Zulassung (F.)



άδεια (F.) από την κράτηση [ádeia apó ten

krátese] Hafturlaub (M.)



άδεια (F.) άσκησης επαγγέλματος [ádeia

áskeses epangélmatos] Approbation (F.),

Lizenz (F.)

άδεια (F.) γάμου [ádeia gámu] Heiratserlaubnis

(F.)


άδεια (F.) διέλευσης [ádeia diéleuses]

Passierschein (M.)



άδεια (F.) εκπαίδευσης [ádeia ekpaídeuses]

Erziehungsurlaub (M.)



άδεια (F.) εξαγωγής [ádeia exagogés]

Ausfuhrerlaubnis (F.)



άδεια (F.) κατ’ εξαίρεση [ádeia kat’

exaírese] Dispens (M.)



άδεια (F.) κυκλοφορίας αυτοκινήτου

[ádeia kyklophorías autokinétu] Kraftfahrzeugschein

(M.)

άδεια (F.) κυνηγίου [ádeia kynegíu]

Jagdschein (M.)



άδεια (F.) λειτουργίας καταστήματος

[ádeia leiturgías katastématos] Lizenz (F.)



άδεια (F.) λειτουργίας κέντρου εστίασης

και πώλησης οινοπνευματωδών ποτών

[ádeia leiturgías kéntru estíases kai póleses

oinopneumatodón potón] Schankkonzession

(F.)


άδεια (F.) λοχείας [ádeia locheías] Mutterschaftsurlaub

(M.)


άδεια (F.) οδήγησης [ádeia odégeses]

Fahrerlaubnis (F.), Führerschein (M.)



άδεια (F.) οικοδομής [ádeia oikodomés]

Baugenehmigung (F.)



άδεια (F.) οπλοφορίας [ádeia oplophorías]

Waffenschein (M.)



άδεια (F.) παραμονής [ádeia paramonés]

Aufenthaltserlaubnis (F.), Aufenthaltsgenehmigung

(F.)

άδεια (F.) προξένου για άσκηση καθη-

κόντων [ádeia proxénu gia áskese

kathekónton] Exequatur (N.)



άδεια (F.) χρήσης σήματος [ádeia chréses

sématos] Lizenz (F.)



αδειάζω [adeiázo] räumen, schütten

αδελφή (F.) [adelphé] Schwester (F.)

αδέλφια (N.Pl.) [adélphia (N.Pl.)] Geschwister

(Pl.)


αδελφός (M.) [adelphós] Bruder (M.)

αδέσμευτος [adésmeutos] freibleibend

αδέσποτος [adéspotos] herrenlos

αδιαίρετο (Ν.) [adiaíreto] Unteilbarkeit (F.)

239 αισχροκέρδεια



αδιαίρετος [adiaíretos] unteilbar

αδιακόπως [adiakópos] fortgesetzt

αδιαφορία (F.) [adiaphoría] Rücksichtslosigkeit

(F.)


αδιάφορος [adiáphoros] gleichgültig, rücksichtslos

αδιέξοδο (N.) [adiéxodo] Sackgasse (F.)

άδικα [ádika] umsonst

αδικαιολόγητος [adikaiológetos] ungerechtfertigt

αδικαιολόγητος πλουτισμός (M.) [adikaiológetos

plutismós] ungerechtfertigte

Bereicherung (F.)

αδίκημα (N.) [adíkema] Frevel (M.)

αδίκημα (N.) από παράβαση των δια-

τάξεων του ΚΟΚ [adíkema apó parábase

ton diatáxeon tu KOK] Verkehrsdelikt (N.)



αδικία (F.) [adikía] Ungerechtigkeit (F.),

Unrecht (N.)



άδικο (N.) [ádiko] Widerrechtlichkeit (F.)

άδικος [ádikos] ungerecht, unrecht,

widerrechtlich



αδίκως [adíkos] widerrechtlich

αδράνεια (F.) [adráneia] Ruhen (N.)

αδρανής [adranés] untätig

αδρανώ [adranó] ruhen

αδυναμία (F.) [adynamía] Unmöglichkeit

(F.), Unvermögen (N.)



αδυναμία (F.) για λήψη απόφασης [adynamía

gia lépse apóphases] Beschlussunfähigkeit

(F.)

αδυναμία (F.) οδήγησης [adynamía odégeses]

Fahruntüchtigkeit (F.)



αδυναμία (F.) πληρωμής [adynamía pleromés]

Insolvenz (F.), Zahlungsunfähigkeit (F.)



αδύνατο [adýnato] unmöglich

αδύνατος [adýnatos] unmöglich

αέρας (M.) [aéras] Luft (F.)

αέρια (N.Pl.) εξάτμισης αυτοκινήτων [aéria

(N.Pl.) exátmises autokinéton] Abgas (N.)



αέριο (N.) [aério] Gas (N.)

αεροπλάνο (N.) [aeropláno] Flugzeug (N.)

αεροπορία (F.) [aeroporía] Luftfahrt (F.)

αεροσκάφος (N.) [aeroskáphos] Luftfahrzeug

(N.)


αθέμιτος [athémitos] ordnungswidrig, unlauter

αθέμιτος ανταγωνισμός (M.) [athémitos

antagonismós] unlauterer Wettbewerb (M.)



αθέτηση (F.) [athétese] Ausbleiben (N.)

αθέτηση (F.) της σύμβασης [athétese tes

sýmbases] Vertragsbruch (M.), Vertragsverletzung

(F.)

αθετώ [athetó] ausbleiben

αθλητισμός (M.) [athletismós] Sport (M.)

αθρόα πράξη (F.) [athróa práxe] Gesamtakt

(M.)


άθροισμα (N.) [áthroisma] Summe (F.)

αθροιστικός [athroistikós] kumulativ

αθρόος [athróos] gesamt

αθώος [athóos] arglos, unschuldig

αθωότητα (F.) [athoóteta] Unschuld (F.)

αθωώνω [athoóno] freisprechen

αθώωση (F.) [athóose] Freisprechung (F.),

Freispruch (M.)



αιθαλομίχλη (F.) [aithalomíchle] Smog (M.)

αίθουσα (F.) αερίων [aíthusa aeríon] Gaskammer

(F.) (Gaskammer in den Vereinigten

Staaten von Amerika)

αίθουσα (F.) διασκέψεων [aíthusa diasképseon]

Beratungszimmer (N.)



αίθουσα (F.) δικαστηρίου [aíthusa

dikasteríu] Gerichtssaal (M.) (Gerichtssaal

im angloamerikanischen Recht)

αίμα (N.) [aíma] Blut (N.)

αιμοληψία (F.) [aimolepsía] Blutprobe (F.)

αιμομιξία (F.) [aimomixía] Blutschande

(F.), Inzest (F.)



αίρεση (F.) [aírese] Bedingung (F.), Häresie

(F.), Ketzerei (F.), Religionsgesellschaft

(F.), Sekte (F.)

αιρετή πρόξενος (F.) [aireté próxenos]

Wahlkonsulin (F.)



αιρετή υπάλληλος (F.) [aireté ypállelos]

Wahlbeamtin (F.)



αιρετική (F.) [airetiké] Ketzerin (F.)

αιρετικός (M.) [airetikós] Ketzer (M.)

αιρετός [airetós] wählbar

αιρετός πρόξενος (M.) [airetós próxenos]

Wahlkonsul (M.)



αιρετός υπάλληλος (M.) [airetós ypállelos]

Wahlbeamter (M.)



αίρω [aíro] aufheben

αίρω την ισχύ [aíro ten ischý] aufrufen

αίρω την καθιέρωση [aíro ten kathiérose]

entwidmen



αίσχος (N.) [aíschos] Schande (F.)

αισχροκέρδεια (F.) [aischrokérdeia] Wucher

(M.)


αισχροκέρδεια (F.) μισθώματος [aischrokérdeia

misthómatos] Mietwucher (M.)



αισχροκέρδεια (F.) περί τα πράγματα

αισ χροκερδώ 240

[aischrokérdeia perí ta prágmata] Sachwucher

(M.)

αισχροκερδώ [aischrokerdó] neppen

αισχρός [aischrós] infam

αισχρότητα (F.) [aischróteta] Infamie (F.)

αίτημα (N.) [aítema] Antrag (M.), Begehren

(N.)


αίτημα (N.) της αγωγής [aítema tes agogés]

Klageantrag (M.), Klagebegehren (N.)



αίτηση (F.) [aítese] Anforderung (F.),

Anmeldung (F.), Antrag (M.), Beantragung

(F.), Ersuchen (N.), Gesuch (N.)

αίτηση (F.) για άσκηση ποινικής δίωξης

[aítese gia áskese poinikés díoxes] Strafantrag

(M.)

αίτηση (F.) για διεξαγωγή απόδειξης

[aítese gia diexagogé apódeixes] Beweisantrag

(M.)

αίτηση (F.) για υπηρεσιακή συνδρομή

[aítese gia yperesiaké syndromé] Amtshilfeersuchen

(N.)

αίτηση (F.) παραχώρησης μεταλλείου

[aítese parachóreses metalleíu] Mutung (F.)



αίτηση (F.) προς διεξαγωγή αποδείξεων

[aítese pros diexagogé apodeíxeon] Ausforschungsbeweisantrag

(M.)

αίτηση (F.) πτώχευσης [aítese ptócheuses]

Konkursantrag (M.)



αίτηση (F.) του διαδίκου [aítese tu diadíku]

Parteiantrag (M.)



αιτία (F.) [aitía] Anlass (M.), causa (F.)

(lat.) (Grund), Grund (M.), Ursache (F.)



αιτία (F.) της πτώχευσης [aitía tes

ptócheuses] Konkursgrund (M.)



αιτίαση (F.) [aitíase] Rüge (F.)

αίτιο (N.) [aítio] Motiv (N.)

αιτιοκρατικός [aitiokratikós] kausal

αιτιολογημένος [aitiologeménos] begründet

αιτιολογία (F.) [aitiología] Begründung (F.)

αιτιολογία (F.) της απόφασης [aitiología

tes apóphases] Urteilsgrund (M.)



αιτιολογικό (N.) της απόφασης [aitiologikó

tes apóphases] Entscheidungsgrund (M.)



αιτιολογώ [aitiologó] begründen

αιτιότητα (F.) [aitióteta] haftungsbegründende

Kausalität (F.), Kausalität (F.),

Ursächlichkeit (F.)

αιτιώδης [aitiódes] kausal, ursächlich

αιτιώδης δικαιοπραξία (F.) [aitiódes

dikaiopraxía] Kausalgeschäft (N.)



αιτιώδης θεωρία (F.) δράσης [aitiódes

theoría dráses] kausale Handlungslehre (F.)



αιτιώδης συνάφεια (F.) [aitiódes synápheia]

Kausalzusammenhang (M.)



αιτιώδης συσχέτιση (F.) [aitiódes syschétise]

Kausalzusammenhang (M.)



αιτιώμαι [aitiómai] rügen

αιτούμαι [aitúmai] beantragen, ersuchen,

postulieren



αιτούμαι την παραχώρηση μεταλλείου

[aitúmai ten parachórese metalleíu] muten



αιτούσα (F.) [aitúsa] Antragstellerin (F.)

αιτώ [aitó] begehren

αιτών (M.) [aitón] Antragsteller (M.)

αιχμαλωσία (F.) [aichmalosía] Gefangenschaft

(F.), Kriegsgefangenschaft (F.)



αιχμαλωσίας διαδικασία (F.) [aichmalosías

diadikasía] Gefangennahme (F.)



αιχμάλωτη (F.) πολέμου [aichmálote polému]

Kriegsgefangene (F.)



αιχμαλωτίζω [aichmalotízo] fesseln, fangen

αιχμάλωτος (F.) [aichmálotos] Gefangene (F.)

αιχμάλωτος (M.) [aichmálotos] Gefangener

(M.)


αιχμάλωτος (M.) πολέμου [aichmálotos

polému] Kriegsgefangener (M.)



αιωρούμαι [aiorúmai] schweben

ακαδημαϊκός [akademaïkós] akademisch

ακαδημαϊκός βαθμός (M.) του διδάκτορα

[akademaïkós bathmós tu didáktora]

Doktorgrad (M.)

Ακαδημία (F.) [Akademía] Akademie (F.)

ακαθάριστος [akatháristos] Brutto-

άκακος [ákakos] arglos

ακαμάτης (M.) [akamátes] Tagedieb (M.)

ακανόνιστος [akanónistos] unregelmäßig

άκαρπος [ákarpos] fruchtlos

ακαταλόγιστο (N.) [akatalógisto] Unzurechnungsfähigkeit

(F.)


ακαταλόγιστος [akatalógistos] unzurechnungsfähig

ακατάσχετο (N.) [akatáscheto] Unpfändbarkeit

(F.)


ακατάσχετος [akatáschetos] unpfändbar

ακεραιότητα (F.) [akeraióteta] Integrität (F.)

ακινησία (F.) [akinesía] Stillstand (M.)

ακίνητη περιουσία (F.) [akínete periusía]

Grundbesitz (M.), Liegenschaft (F.)



ακίνητο (N.) [akíneto] Grundstück (N.),

Holding (F.), Immobilie (F.), Objekt (N.),

unbewegliche Sache (F.)

ακίνητο (N.) παραχωρούμενο από το

241 αλλιώς



δημόσιο σε επαναπατριζόμενους [akíneto

parachorúmeno apó to demósio se epanapatrizómenus]

Heimstätte (F.)

ακίνητο πράγμα (N.) [akíneto prágma]

unbewegliche Sache (F.)



ακίνητος [akínetos] immobil, unbeweglich

ακολουθία (F.) [akoluthía] Begleitung (F.)

ακόλουθος (M.) πρεσβείας [akóluthos

presbeías] Attaché (M.)



ακολουθώ [akoluthó] befolgen, folgen,

nachfolgen



ακολουθώ ίχνη [akoluthó íchne] spuren

ακούσιος [akúsios] unfreiwillig

ακούω [akúo] anhören, hören

ακραίος [akraíos] extrem

ακρίβεια (F.) [akríbeia] Bestimmtheit (F.),

Kostbarkeit (F.)



ακριβής [akribés] korrekt

ακριβός [akribós] kostbar, teuer

ακριβόχρονη σύμβαση (F.) [akribóchrone

sýmbase] Fixgeschäft (N.)



ακρόαση (F.) [akróase] Anhörung (F.),

Audienz (F.), Gehör (N.)



ακροατής (M.) μαθημάτων [akroatés

mathemáton] Hospitant (M.)



ακροάτρια (F.) μαθημάτων [akroátria

mathemáton] Hospitantin (F.)



ακροώμαι [akroómai] anhören

ακρωτηριάζω [akroteriázo] verstümmeln

ακρωτηριασ____________μός (M.) [akroteriasmós] Verstümmelung

(F.)


ακτή (F.) [akté] Küste (F.), Strand (M.)

ακτοπλοΐα (F.) [aktoploΐa] Kabotage (F.)

άκυρος [ákyros] nichtig, ungültig

ακυρότητα (F.) [akyróteta] Nichtigkeit (F.),

Ungültigkeit (F.)



ακυρότητα (F.) γάμου [akyróteta gámu]

Ehenichtigkeit (F.)



ακυρώνω [akyróno] anfechten, annullieren,

aufheben, kaduzieren, stornieren



ακύρωση (F.) [akýrose] Anfechtung (F.),

Annullierung (F.), Aufhebung (F.),

Kaduzierung (F.), Nichtigerklärung (F.),

Stornierung (F.), Storno (N.)



ακύρωση (F.) γάμου [akýrose gámu]

Eheaufhebung (F.)



ακύρωση (F.) της πτώχευσης [akýrose tes

ptócheuses] Insolvenzanfechtung (F.)



ακυρωσία (F.) [akyrosía] Anfechtbarkeit (F.)

ακυρώσιμος [akyrósimos] anfechtbar

ακυρωτικός [akyrotikós] kassatorisch

αλαζονεία (F.) [alazoneía] Berühmung (F.)

αλαζονεύομαι [alazoneúomai] berühmen

αλάθητο (N.) [alátheto] Infallibilität (F.)

Αλβανία (F.) [Albanía] Albanien (N.)

αλήθεια (F.) [alétheia] Wahrheit (F.)

αληθής [alethés] richtig, wahr

αληθινός [alethinós] wahr

αλήτης (M.) [alétes] Landstreicher (M.)

αλήτισσα (F.) [alétissa] Landstreicherin (F.)

αλιεία (F.) [alieía] Fischerei (F.)

αλίευμα (N.) [alíeuma] Fang (M.)

αλιεύς (M.) [alieús] Fischer (M.)

αλιευτικό επίδομα (N.) [alieutikó epídoma]

Fangprämie (F.)



αλιεύω [alieúo] fischen

αλκοόλη (F.) [alkoóle] Alkohol (M.)

αλκοολισμός (M.) [alkoolismós] Trunksucht

(F.)


αλλαγή (F.) [allagé] Änderung (F.), Tausch

(M.), Veränderung (F.), Wandel (M.),

Wandlung (F.), Wechsel (M.)

αλλαγή (F.) κόμματος [allagé kómmatos]

Parteiwechsel (M.)



αλλαγή (F.) ονόματος [allagé onómatos]

Namensänderung (F.)



αλλαγή (F.) σειράς [allagé seirás] Rangänderung

(F.)


αλλαγή (F.) τάξης [allagé táxes] Rangänderung

(F.)


αλλαγή (F.) της νομικής άποψης [allagé

tes nomikés ápopses] Änderung (F.) des

rechtlichen Gesichtspunktes

αλλαγή (F.) του σκοπού [allagé tu skopú]

Zweckentfremdung (F.)



αλλάζω [allázo] abändern, ändern, tauschen,

verändern, wechseln



αλλάζω ταχύτητα [allázo tachýteta] schalten

αλληλέγγυα ευθύνη (F.) [alleléngya euthýne]

Solidarhaftung (F.)



αλληλεγγύη (F.) [allelengýe] Solidarität (F.)

αλληλέγγυος [alleléngyos] solidarisch

αλληλεπενέργεια (F.) [allelepenérgeia] Interaktion

(F.)


αλληλογραφία (F.) [allelographía] Korrespondenz

(F.), Post (F.)



αλληλογραφώ [allelographó] korrespondieren

αλληλοδιάδοχος [allelodiádochos] sukzessiv

αλληλόχρεος λογαριασμός (M.) [allelóchreos

logariasmós] Kontokorrent (N.)



αλλιώς [alliós] alias

άλλ ο δίκαιο 242

άλλο δίκαιο (N.) [állo díkaio] sonstiges

Recht (N.)



αλλοδαπή (F.) [allodapé] Ausländerin (F.),

Fremde (F.) (2)



αλλοδαπή (F.) χωρίς ιθαγένεια [allodapé

chorís ithagéneia] heimatlose Ausländerin (F.)



αλλοδαπός (M.) [allodapós] Ausländer

(M.), Fremder (M.)



αλλοδαπός (M.) χωρίς ιθαγένεια [allodapós

chorís ithagéneia] heimatloser Ausländer

(M.)

αλλοδαπός [allodapós] ausländisch, fremd

άλλοθι (N.) [állothi] Alibi (N.)

αλλοιώνω [alloióno] verfälschen

αλλοίωση (F.) [alloíose] Verfälschung (F.)

άλλος [állos] andere, sonstig

αλλοτρίωση (F.) του σκοπού [allotríose tu

skopú] Zweckentfremdung (F.)



άλμα (N.) [álma] Sprung (M.)

αλυσίδα (F.) [alysída] Kette (F.)

αλυσιδωτή σχέση (F.) εργασίας [alysidoté

schése ergasías] Kettenarbeitsverhältnis (N.)



αλφαβητικό ευρετήριο (N.) [alphabetikó

euretério] Index (M.)



αλώβητος [alóbetos] heil

αμάθεια (F.) [amátheia] Unwissenheit (F.)

αμαθής [amathés] unwissend

αμαρτάνω [amartáno] sündigen

αμάρτημα (N.) [amártema] Missetat (F.),

Sünde (F.)



αμάχητος [amáchetos] unwiderlegbar

άμβλυνση (F.) [ámblynse] Milderung (F.)

αμβλύνω [amblýno] mildern

άμβλωση (F.) [ámblose] Abtreibung (F.)

Αμβούργο (N.) [Ambúrgo] Hamburg (N.)

άμβωνας (Μ.) [ámbonas] Kanzel (F.)

αμείβω [ameíbo] honorieren, vergüten

αμέλεια (F.) [améleia] Fahrlässigkeit (F.),

Nachlässigkeit (F.)



αμελής [amelés] fahrlässig, nachlässig

αμελλητί [amelletí] unverzüglich

άμεμπτος [ámemptos] unbescholten

Αμερική (F.) [Ameriké] Amerika (N.)

αμερόληπτος [ameróleptos] unparteiisch,

unparteilich, unvoreingenommen



αμεροληψία (F.) [amerolepsía] Unparteilichkeit

(F.), Unvoreingenommenheit (F.)



άμεση αγορά (F.) [ámese agorá] Direkterwerb

(M.)


άμεση αντιπροσώπευση (F.) [ámese

antiprosópeuse] direkte Stellvertretung (F.),

unmittelbare Stellvertretung (F.)

άμεση απόκτηση (F.) [ámese apóktese]

Direkterwerb (M.)



άμεση βία (F.) [ámese bía] unmittelbarer

Zwang (M.)



άμεση δίωξη [ámese díoxe] sofortige Verfolgung

(F.)


άμεση δράση (F.) [ámese dráse] Bereitschaftspolizei

(F.)


άμεση εκλογή (F.) [ámese eklogé] Direktwahl

(F.), unmittelbare Wahl (F.)



άμεση εντολή (F.) [ámese entolé] Direktmandat

(N.)


άμεση ζημία (F.) [ámese zemía] unmittelbarer

Schaden (M.)



άμεση κτήση (F.) [ámese ktése] Direkterwerb

(M.)


άμεση μίσθωση (F.) [ámese místhose]

Produzentenleasing (N.)



άμεση μυστική ψηφοφορία (F.) [ámese

mystiké psephophoría] Urabstimmung (F.)



άμεση νομική πλάνη (F.) [ámese nomiké

pláne] direkter Verbotsirrtum (M.)



άμεση προσφυγή (F.) [ámese prosphygé]

sofortige Beschwerde (F.)



άμεσος [ámesos] direkt, sofortig, umgehend,

unmittelbar, unmittelbar bevorstehend



άμεσος δόλος (M.) [ámesos dólos] direkter

Vorsatz (M.), dolus (M.) directus (lat.)

(direkter Vorsatz)

άμεσος φόρος (M.) [ámesos phóros] direkte

Steuer (F.)



αμεσότητα (F.) [amesóteta] Unmittelbarkeit

(F.)


αμέσως [amésos] sofort

αμετάθετο (N.) [ametátheto] Unversetzbarkeit

(F.)


αμετάθετος [ametáthetos] unversetzbar

αμετάκλητο (Ν.) [ametákleto] Unwiderruflichkeit

(F.)


αμετάκλητος [ametákletos] unwiderruflich

αμίλητος [amíletos] stumm

άμισθη πρόξενος (F.) [ámisthe próxenos]

Wahlkonsulin (F.)



άμισθος πρόξενος (M.) [ámisthos próxenos]

Wahlkonsul (M.)



αμνημόνευτη παραγραφή (F.) [amnemóneute

paragraphé] unvordenkliche Verjährung

(F.)

αμνημόνευτος [amnemóneutos] unvordenklich

243 αναγκαίο για την συναλλαγή



αμνηστεύω [amnesteúo] amnestieren

αμνηστία (F.) [amnestía] Amnestie (F.)

αμοιβαία διαθήκη (F.) [amoibaía diathéke]

gegenseitiges Testament (N.), korrespektives

Testament (N.), reziprokes Testament

(N.), wechselbezügliches Testament (N.)



αμοιβαία έκδοση (F.) συναλλαγματικών

ευκολίας [amoibaía ékdose synallagmatikón

eukolías] Wechselreiterei (F.)



αμοιβαία υπόσχεση (F.) [amoibaía ypóschese]

Gegenversprechen (N.) (Gegenversprechen

im angloamerikanischen Recht)

αμοιβαίο κεφάλαιο (N.) [amoibaío kephálaio]

Investmentfonds (M.)



αμοιβαίος [amoibaíos] gegenseitig, korrespektiv,

reziprok, wechselbezüglich



αμοιβαιότητα (F.) [amoibaióteta] Gegenseitigkeit

(F.), Reziprozität (F.)



αμοιβαίως [amoibaíos] reziprok, wechselbezüglich

αμοιβή (F.) [amoibé] Arbeitsentgelt (N.),

Arbeitslohn (M.), Entgelt (N.), Honorar

(N.), Lohn (M.), Vergütung (F.)

αμοιβή (F.) δικηγόρου για τη συζήτηση

της υπόθεσης [amoibé dikegóru gia te

syzétese tes ypótheses] Verhandlungsgebühr

(F.)

αμοιβή (F.) εργολάβου [amoibé ergolábu]

Werklohn (M.)



αμοιβή (F.) με βάση το χρόνο εργασίας

[amoibé me báse to chróno ergasías]

Zeitlohn (M.)

αμοιβή (F.) σε είδος [amoibé se eídos]

Deputat (N.)



αμοιβή (F.) του θαλάσσιου διασώστη [amoibé

tu thalássiu diasóste] Bergelohn (M.)



αμόκ (N.) [amók] Amok (M.)

αμόρφωτος [amórphotos] unwissend

αμπελουργός (F.) [ampelurgós] Winzerin (F.)

αμπελουργός (M.) [ampelurgós] Winzer (M.)

Αμστερνταμ (N.) [‘Amsterntam] Amsterdam

(N.)

άμυνα (F.) [ámyna] Abwehr (F.), Notwehr

(F.), Verteidigung (F.), Wehr (F.)



αμύνομαι [amýnomai] abwehren, wehren

(sich wehren)



αμυντική κατάσταση (F.) ανάγκης [amyntiké

katástase anánkes] defensiver

Notstand (M.)

αμυντικός [amyntikós] defensiv

αμφιβάλλω [amphibállo] bedenken

αμφιβολία (F.) [amphibolía] Zweifel (M.)

αμφίβολος [amphíbolos] zweifelhaft

αμφισβητούμενη δικαιοδοσία (F.) [amphisbetúmene

dikaiodosía] streitige Gerichtsbarkeit

(F.)

αμφισβητούμενος [amphisbetúmenos] streitig

αμφισβητώ [amphisbetó] abstreiten, bestreiten

αμφοτεροβαρής [amphoterobarés] gegenseitig,

synallagmatisch



αμφοτεροβαρής σύμβαση (F.) [amphoterobarés

sýmbase] gegenseitiger Vertrag

(M.), Synallagma (N.)

αναβάλλω [anabállo] aufschieben, aussetzen,

verschieben, vertagen



αναβλητική αίρεση (F.) [anabletiké aírese]

aufschiebende Bedingung (F.), Suspensivbedingung

(F.)

αναβλητική ένσταση (F.) [anabletiké

énstase] dilatorische Einrede (F.)



αναβλητικός [anabletikós] aufschiebend,

dilatorisch, suspensiv



αναβλύζω [anablýzo] springen

αναβολή (F.) [anabolé] Aussetzung (F.),

Nachsicht (F.), Verschiebung (F.), Vertagung

(F.)

αναβολή (F.) εκτέλεσης της ποινής

[anabolé ektéleses tes poinés] Aufschub der

Strafvollstreckung (M.)

αναγγελία (F.) [anangelía] Ankündigung

(F.), Anmeldung (F.), Avis (M.)



αναγγελία (F.) χρεωστικής εγγραφής [anangelía

chreostikés engraphés] Lastschriftanzeige

(F.)

αναγγέλλω [anangéllo] ankündigen, anmelden,

melden, verkünden



αναγέλλω [anagéllo] avisieren

αναγκάζω [anankázo] zwingen

αναγκαία δαπάνη (F.) [anankaía dapáne]

notwendige Verwendung (F.)



αναγκαία δίοδος (F.) [anankaía díodos]

Notweg (M.)



αναγκαία κληρονόμος (F.) [anankaía

kleronómos] Noterbin (F.)



αναγκαία ομοδικία (F.) [anankaía omodikía]

notwendige Streitgenossenschaft (F.)



αναγκαίο (N.) [anankaío] Erforderlichkeit (F.)

αναγκαίο για την κυκλοφορία [anankaío

gia ten kyklophoría] verkehrserforderlich



αναγκαίο για την συναλλαγή [anankaío

gia ten synallagé] verkehrserforderlich



ανα γκαίος 244

αναγκαίος [anankaíos] erforderlich, nötig,

notwendig



αναγκαίος κληρονόμος (M.) [anankaíos

kleronómos] Noterbe (M.)



αναγκαιότητα (F.) [anankaióteta] Erforderlichkeit

(F.), Notwendigkeit (F.)



αναγκαστική διαχείριση (F.) [anankastiké

diacheírise] Zwangsverwaltung (F.)



αναγκαστική διαχειρίστρια (F.) [anankastiké

diacheirístria] Zwangsverwalterin (F.)



αναγκαστική εκτέλεση (F.) [anankastiké

ektélese] Zwangsvollstreckung (F.)



αναγκαστική εκτέλεση (F.) επί της κι-

νητής περιουσίας [anankastiké ektélese epí

tes kinetés periusías] Mobiliarzwangsvollstreckung

(F.)

αναγκαστική εκτέλεση (F.) σε ακίνητα

[anankastiké ektélese se akíneta] Immobiliarzwangsvollstreckung

(F.)

αναγκαστική έξωση (F.) [anankastiké éxose]

Zwangsräumung (F.)



αναγκαστική ____________κατάσχεση (F.) ακινήτου

[anankastiké katáschese akinétu] Zwangshypothek

(F.)

αναγκαστική κράτηση (F.) [anankastiké

krátese] Beugehaft (F.)



αναγκαστική προθεσμία (F.) [anankastiké

prothesmía] Notfrist (F.)



αναγκαστικό διάταγμα (N.) [anankastikó

diátagma] Notverordnung (F.)



αναγκαστικό δίκαιο (N.) [anankastikó

díkaio] zwingendes Recht (N.)



αναγκαστικός [anankastikós] unabdingbar,

zwingend


αναγκαστικός διαχειριστής (M.) [anankastikós

diacheiristés] Zwangsverwalter (M.)



αναγκαστικός πλειστηριασμός (M.) [anankastikós

pleisteriasmós] Zwangsversteigerung

(F.)

αναγκαστικός πτωχευτικός συμβιβασμός

(M.) [anankastikós ptocheutikós symbibasmós]

Insolvenzplan (M.), Zwangsvergleich (M.)



ανάγκη (F.) [anánke] Anforderung (F.), Bedarf

(M.), Bedürfnis (N.), Bedürftigkeit (F.),

Not (F.), Notfall (M.), Notwendigkeit (F.)

ανάγκη (F.) αποδοχής [anánke apodochés]

Empfangsbedürftigkeit (F.)



ανάγκη (F.) παροχής έννομης προστασίας

[anánke parochés énnomes prostasías]

Rechtsschutzbedürfnis (N.)

ανάγκη (F.) της ειδικότητας [anánke tes

eidikótetas] Bestimmtheitserfordernis (N.)



αναγνωρίζω [anagnorízo] anerkennen,

bekennen, erkennen, feststellen



αναγνώριση (F.) [anagnórise] Anerkenntnis

(N.), Anerkennung (F.), Aufklärung (F.),

Feststellung (F.)

αναγνώριση (F.) τέκνου [anagnórise téknu]

Ehelicherklärung (F.), Ehelichkeitserklärung

(F.)

αναγνώριση (F.) της πατρότητας [anagnórise

tes patrótetas] Vaterschaftsanerkenntnis

(N.), Vaterschaftsanerkennung (F.),

Vaterschaftsfeststellung (F.)



αναγνωρισμένο σωματείο (N.) [anagnorisméno

somateío] e. V. (M.) (eingetragener

Verein), eingetragener Verein (M.)

αναγνωρισμένος συνεταιρισμός (M.)

[anagnorisménos synetairismós] eingetragene

Genossenschaft (F.)

αναγνωριστική αγωγή (F.) [anagnoristiké

agogé] Feststellungsklage (F.)



αναγνωριστική απόφαση (F.) [anagnoristiké

apóphase] Feststellungsurteil (N.)



ανάγνωση (F.) [anágnose] Lesung (F.),

Verlesung (F.)



ανάγνωση (F.) μεγαλόφωνα [anágnose

megalóphona] Vorlesung (F.)



ανάγνωση (F.) του κατηγορητηρίου [anágnose

tu kategoreteríu] Anklageverlesung

(F.) (Anklageverlesung in Großbritannien)

αναγωγή (F.) [anagogé] Regress (M.),

Rückgriff (M.)



αναδασμός (M.) [anadasmós] Umlegung (F.)

αναδεικνύω [anadeiknýo] nominieren

ανάδειξη (F.) [anádeixe] Nominierung (F.)

αναδέχομαι [anadéchomai] übernehmen

αναδιατύπωση (F.) [anadiatýpose] Neuformulierung

(F.)


αναδοχή (F.) υποθηκικού χρέους [anadoché

ypothekikú chréus] Hypothekenübernahme

(F.)

αναδοχή (F.) χρέους [anadoché chréus]

Schuldübernahme (F.)



ανάδοχος (F.) [anádochos] Konzessionärin

(F.), Patin (F.), Trägerin (F.)



ανάδοχος (M.) [anádochos] Konzessionär

(M.), Pate (M.), Träger (M.)



αναδρομική ασφάλιση (F.) [anadromiké

asphálise] Nachversicherung (F.)



αναδρομική ισχύς (F.) [anadromiké ischýs]

Rückwirkung (F.)

245 αναλήθεια

αναδρομικός [anadromikós] rückwirkend

αναδρομικότητα (F.) [anadromikóteta]

Rückwirkung (F.)



αναδρομικώς [anadromikós] rückwirkend

αναζήτηση (F.) [anazétese] Fahndung (F.)

αναζητώ [anazetó] fahnden, suchen

αναζωπυρώνω [anazopyróno] anregen

αναζωπύρωση (F.) [anazopýrose] Anregung

(F.)


ανάθεμα (N.) [anáthema] Anathema (N.)

ανάθεση (F.) [anáthese] Beauftragung (F.),

Vergebung (F.)



αναθέτω [anathéto] anvertrauen, beauftragen,

überantworten, vergeben (V.)



αναθέτω κάτι σε κάποιον [anathéto káti se

kápoion] auftragen



αναθεώρηση (F.) [anatheórese] Revision (F.)

αναθεώρηση (F.) του Συντάγματος [anatheórese

tu Syntágmatos] Verfassungsänderung

(F.)

αναθεωρώ [anatheoró] abändern, revidieren

αναιρεσείουσα (F.) [anaireseíusa] Revisionsklägerin

(F.)


αναιρεσείων (M.) [anaireseíon] Revisionskläger

(M.)


αναίρεση (F.) [anaírese] Kassation (F.),

Revision (F.)



αναίρεση (F.) κατά παρέκβαση του

δεύτερου βαθμού [anaírese katá parékbase

tu deúteru bathmú] Sprungrevision (F.)



αναιρεσίβλητη (F.) [anairesíblete] Revisionsbeklagte

(F.)


αναιρεσίβλητος (M.) [anairesíbletos] Revisionsbeklagter

(M.)


αναιρετικό δικαστήριο (N.) [anairetikó

dikastério] Revisionsgericht (N.)



αναιρετικός [anairetikós] kassatorisch

αναιτιολόγητος [anaitiológetos] unbegründet

αναίτιος [anaítios] schuldlos

ανακαινίζω [anakainízo] instandsetzen

ανακαίνιση (F.) [anakaínise] Instandsetzung

(F.)


ανακάλυψη (F.) [anakálypse] Entdeckung

ανακαλώ [anakaló] abberufen, abrufen,

entziehen, widerrufen (V.), zurückziehen



ανακεφαλαιώνω [anakephalaióno] zusammenfassen

ανακήρυξη (F.) [anakéryxe] Verkündung (F.)

ανάκληση (F.) [anáklese] Abberufung (F.),

Abruf (M.), Entziehung (F.), Rücknahme

(F.), Rückruf (M.), Widerruf (M.)

ανάκληση (F.) της ενέργειας [anáklese tes

enérgeias] Energieentziehung (F.)



ανακλητήριο σάλπισμα (N.) [anakletério

sálpisma] Zapfenstreich (M.)



ανακλητός [anakletós] widerruflich

ανακοινώνω [anakoinóno] ankündigen,

berichten, bescheiden (V.), melden, mitteilen,

verlautbaren, vortragen

ανακοίνωση (F.) [anakoínose] Ankündigung

(F.), Mitteilung (F.), Verkündung

(F.), Verlautbarung (F.), Vortrag (M.)

ανακοίνωση (F.) δίκης [anakoínose díkes]

Streitverkündung (F.)



ανακοίνωση (F.) δικογραφίας [anakoínose

dikographías] Aktenvortrag (M.)



ανακοπή (F.) [anakopé] Einspruch (M.),

Erinnerung (F.), Widerspruch (M.), Widerspruchsklage

(F.)

ανακοπή (F.) τρίτου [anakopé trítu] Drittwiderspruchsklage

(F.), Interventionsklage (F.)



ανακουφίζω [anakuphízo] entlasten

ανακούφιση (F.) [anakúphise] Entlastung (F.)

ανακρίβεια (F.) [anakríbeia] Unrichtigkeit (F.)

ανακριβής [anakribés] falsch, nachlässig,

unrichtig



ανακρίνω [anakríno] befragen, inquirieren,

verhören, vernehmen



ανάκριση (F.) [anákrise] Inquisition (F.),

Untersuchung (F.), Verhör (N.), Vernehmung

(F.)

ανακριτής (M.) [anakrités] Untersuchungsrichter

(M.)


ανακριτική δίκη (F.) [anakritiké díke]

Inquisitionsprozess (M.)



ανακρίτρια (F.) [anakrítria] Untersuchungsrichterin

(F.)


ανακτορικός σύμβουλος (M.) [anaktorikós

sýmbulos] Hofrat (M.)



ανάκτορο (N.) [anáktoro] Palast (M.)

ανακωχή (F.) [anakoché] Waffenstillstand

(M.)


αναλαμβάνω [analambáno] eingehen, entnehmen,

übernehmen



αναλαμβάνω ευθύνη άλλου [analambáno

euthýne állu] interzedieren



αναλαμβάνω υπηρεσία [analambáno yperesía]

verdingen



αναλαμβάνω χρήματα από λογαριασμό

κατάθεσης [analambáno chrémata apó

logariasmó katátheses] abheben



αναλήθεια (F.) [analétheia] Unwahrheit (F.)

ανα ληθής 246

αναληθής [analethés] unwahr

ανάληψη (F.) [análepse] Abhebung (F.),

Eingehung (F.), Übernahme (F.)



ανάληψη (F.) εκπλήρωσης [análepse

ekpléroses] Erfüllungsübernahme (F.)



ανάληψη (F.) ευθύνης άλλου [análepse

euthýnes állu] Interzession (F.)



ανάληψη (F.) ευθύνης από εγγυητή ως

αυτοφειλέτης [análepse euthýnes apó engyeté

os autopheilétes] selbstschuldnerische

Bürgschaft (F.)

ανάληψη (F.) κινδύνου [análepse kindýnu]

Gefahrtragung (F.), Risikoübernahme (F.)



ανάληψη (F.) περιουσίας [análepse periusías]

Vermögensübernahme (F.)



ανάληψη (F.) της ιδιότητας του ανα-

δόχου [análepse tes idiótetas tu anadóchu]

Patenschaft (F.)



ανάληψη (F.) της σύμβασης [análepse tes

sýmbases] Vertragsübernahme (F.)



ανάληψη (F.) υπηρεσίας [análepse

yperesías] Einstand (M.)



αναλογία (F.) [analogía] Analogie (F.),

Proportion (F.), Quote (F.), Satz (M.),

Verhältnis (N.)

αναλογία (F.) δικαίου [analogía dikaíu]

Rechtsanalogie (F.)



αναλογική εκλογή (F.) [analogiké eklogé]

Listenwahl (F.), Proporz (M.), Verhältniswahl

(F.)

αναλογική εφαρμογή (F.) νόμου [analogiké

epharmogé nómu] Gesetzesanalogie (F.)



αναλογικός [analogikós] proportional,

verhältnismäßig



αναλογικότητα (F.) [analogikóteta] Verhältnismäßigkeit

(F.)


αναλογικώς [analogikós] anteilig

ανάλογος [análogos] analog (Adj.),

verhältnismäßig



ανάλογος του μισθωτού [análogos tu

misthotú] arbeitnehmerähnlich



αναλόγως [analógos] analog (Adv.)

ανάλυση (F.) DNA [anályse DNA] DNAAnalyse

(F.)


ανάλυση (F.) λογαριασμού κερδών και

ζημιών [anályse logariasmú kerdón kai zemión]

Gewinnrechnung und Verlustrechnung

(F.)

αναλύω [analýo] erörtern

αναλώνω [analóno] aufbrauchen, verbrauchen

ανάλωση (F.) [análose] Verbrauch (M.)

αναλώσιμος [analósimos] verbrauchbar

αναλωτής (M.) [analotés] Verbraucher (M.)

αναλωτό πράγμα (N.) [analotó prágma]

verbrauchbare Sache (F.)



αναλωτός [analotós] verbrauchbar

αναλώτρια (F.) [analótria] Verbraucherin (F.)

αναμειγνύω [anameignýo] mischen

αναμιγνύομαι [anamignýomai] eingreifen,

einmischen



αναμιγνύω [anamignýo] vermengen, vermischen

ανάμικτος [anámiktos] gemischt

ανάμιξη (F.) [anámixe] Eingriff (M.),

Einmischung (F.), Vermengung (F.)



ανάμνηση (F.) [anámnese] Erinnerung (F.)

αναμονή (F.) [anamoné] Karenz (F.)

αναμορφωτικό μέτρο (N.) [anamorphotikó

métro] Erziehungsmaßregel (F.)



ανανεώνω [ananeóno] prolongieren

ανανέωση (F.) [ananéose] Novation (F.),

Prolongation (F.)



ανανέωση (F.) χρέους [ananéose chréus]

Schuldumschaffung (F.)



αναντικατάστατο πράγμα (N.) [anantikatástato

prágma] unvertretbare Sache (F.)



αναντικατάστατος [anantikatástatos] unvertretbar

αναξιοπιστία (F.) [anaxiopistía] Unzuverlässigkeit

(F.)


αναξιόπιστος [anaxiópistos] unzuverlässig

αναξιοπρέπεια (F.) [anaxioprépeia] Unwürdigkeit

(F.)


αναξιοπρεπής [anaxioprepés] unwürdig

ανάξιος [anáxios] unwürdig

ανάξιος να κληρονομήσει [anáxios na

kleronomései] erbunwürdig



αναξιότητα (F.) [anaxióteta] Unwürdigkeit

(F.)


αναξιόχρεος [anaxióchreos] insolvent, zahlungsunfähig

αναπαλλοτρίωτο (N.) [anapallotríoto] Unabdingbarkeit

(F.)


αναπαλλοτρίωτο (Ν.) [anapallotríoto] Unveräußerlichkeit

(F.)


αναπαλλοτρίωτος [anapallotríotos] unabdingbar,

unveräußerlich



αναπαράγω [anaparágo] vervielfältigen

αναπαραγωγή (F.) [anaparagogé] Vervielfältigung

(F.)


αναπαραπομπή (F.) [anaparapompé] Ren247

αναστροφή

voi (M.), Rückverweisung (F.), Zurückverweisung

(F.)

ανάπαυλα (F.) [anápaula] Pause (F.)

αναπαύομαι [anapaúomai] ruhen

ανάπαυση (F.) [anápause] Ruhe (F.)

αναπέμπω [anapémpo] zurückverweisen

ανάπηρη (F.) [anápere] Behinderte (F.),

Invalidin (F.)



αναπηρία (F.) [anapería] Behinderung (F.),

Gebrechlichkeit (F.), Invalidität (F.)



ανάπηρος (M.) [anáperos] Behinderter

(M.), Invalide (M.)



ανάπηρος [anáperos] behindert

αναπληρώ [anapleró] ersetzen

αναπληρωματικός [anapleromatikós] stellvertretend

αναπλήρωση (F.) [anaplérose] Ersetzung

(F.), Stellvertretung (F.)



αναπληρωτής (M.) [anaplerotés] Stellvertreter

(M.)


αναπληρωτής (M.) του αυτοκράτορα στο

γερμανικό Ράϊχ [anaplerotés tu autokrátora

sto germanikó Ráïch] Reichsverweser (M.)



αναπληρωτής διευθυντής (M.) σχολείου

[anaplerotés dieuthyntés scholeíu] Konrektor

(M.)

αναπληρωτής Καγκελάριος (M.) [anaplerotés

Kankelários] Vizekanzler (M.)



αναπληρώτρια (F.) [anaplerótria] Stellvertreterin

(F.)


αναπληρώτρια (F.) του αυτοκράτορα στο

γερμανικό Ράϊχ [anaplerótria tu autokrátora

sto germanikó Ráïch] Reichsverweserin

(F.)

αναπληρώτρια διευθύντρια (F.) σχολείου

[anaplerótria dieuthýntria scholeíu] Konrektorin

(F.)

αναπληρώτρια Καγκελάριος (F.) [anaplerótria

Kankelários] Vizekanzlerin (F.)



αναπόκρουστος [anapókrustos] unwiderlegbar

αναπότρεπτο συμβάν (N.) [anapótrepto

symbán] unabwendbares Ereignis (N.)



αναπότρεπτος [anapótreptos] unabwendbar

αναπόφευκτο (N.) [anapópheukto] Unvermeidbarkeit

(F.)


αναπόφευκτος [anapópheuktos] unvermeidbar,

unvermeidlich



αναπροεξόφληση (F.) [anaproexóphlese]

Rediskont (F.), Rediskontierung (F.)



αναπροεξοφλώ [anaproexophló] rediskontieren

αναπροσαρμογή (F.) [anaprosarmogé] Anpassung

(F.)


αναπτύξεις (F.Pl.) επί της ουσίας [anaptýxeis

(F.Pl.) epí tes usías] Sachvortrag (M.)



ανάπτυξη (F.) [anáptyxe] Entfaltung (F.),

Entwicklung (F.), Progression (F.)



ανάπτυξη (F.) της πολεοδομίας [anáptyxe

tes poleodomías] Städtebauförderung (F.)



αναπτύσσομαι [anaptýssomai] entfalten

αναπτύσσω [anaptýsso] entwickeln

αναρμόδιος [anarmódios] inkompetent,

unzuständig



αναρμοδιότητα (F.) [anarmodióteta] Unzuständigkeit

(F.)


ανάρρωση (F.) [anárrose] Konvaleszenz (F.)

αναρτώ [anartó] anhängen, anschlagen

αναρχία (F.) [anarchía] Anarchie (F.)

αναρχική (F.) [anarchiké] Anarchistin (F.)

αναρχικός (M.) [anarchikós] Anarchist (M.)

αναρχικός [anarchikós] anarchisch

άναρχος [ánarchos] anarchisch

ανασκευάζω [anaskeuázo] widerlegen

ανασκευάσιμος [anaskeuásimos] widerlegbar,

widerleglich



ανασταλτική ενέργεια (F.) [anastaltiké

enérgeia] aufschiebende Wirkung (F.)



ανασταλτικό αποτέλεσμα (N.) [anastaltikó

apotélesma] Suspensiveffekt (M.)



ανασταλτικός [anastaltikós] aufschiebend,

suspensiv



αναστέλλω [anastéllo] aussetzen, einstellen,

hemmen, sistieren, suspendieren



ανάστημα (Ν.) [anástema] Größe (F.)

αναστολή (F.) [anastolé] Aussetzung (F.),

Einstellung (F.), Hemmung (F.), Ruhen

(N.), Sistierung (F.), Suspendierung (F.),

Suspension (F.)



αναστολή (F.) δίωξης [anastolé díoxes]

Moratorium (N.)



αναστολή (F.) εκτέλεσης ποινής [anastolé

ektéleses poinés] Strafaufschub (M.)



αναστολή (F.) κάποιας ενέργειας [anastolé

kápoias enérgeias] Moratorium (N.)



αναστολή (F.) πληρωμών [anastolé

pleromón] Zahlungseinstellung (F.)



αναστολή (F.) της ποινής [anastolé tes

poinés] Strafaussetzung (F.)



αναστολή (F.) υπό όρο [anastolé ypó óro]

Bewährung (F.)



αναστροφή (F.) [anastrophé] Wandlung (F.)

ανα στροφή 248

αναστροφή (F.) νομής [anastrophé només]

Besitzkehr (F.)



ανασφάλεια (F.) δικαίου [anaspháleia dikaíu]

Rechtsunsicherheit (F.)



ανατίμηση (F.) [anatímese] Aufwertung

(F.), Hausse (F.)



ανατιμώ [anatimó] aufwerten

ανατινάζω [anatinázo] sprengen

ανατοκισμός (M.) [anatokismós] Anatozismus

(M.)


ανατολή (F.) [anatolé] Osten (M.)

ανατολική ζώνη (F.) [anatoliké zóne]

Ostzone (F.)



ανατολική περιοχή (F.) [anatoliké perioché]

Ostgebiet (N.)



ανατρεπτική ένσταση (F.) [anatreptiké

énstase] peremptorische Einrede (F.)



ανατρεπτικός [anatreptikós] peremptorisch,

subversiv



ανατρέπω [anatrépo] umstürzen, widerlegen

ανατρέφω [anatrépho] erziehen

ανατρέχω σε βιβλίο [anatrécho se biblío]

nachschlagen



ανατρέψιμος [anatrépsimos] widerlegbar,

widerleglich



ανατροπή (F.) [anatropé] Wegfall (M.)

ανατροπή (F.) του δικαιοπρακτικού θε-

μελίου [anatropé tu dikaiopraktikú themelíu]

Wegfall (M.) der Geschäftsgrundlage



ανατροπή (F.) του πλουτισμού [anatropé

tu plutismú] Wegfall (M.) der Bereicherung

(F.)

ανατροφή (F.) [anatrophé] Erziehung (F.),

Zucht (F.)



ανατροφή (F.) των παιδιών [anatrophé ton

paidión] Kindererziehung (F.)



αναφέρομαι [anaphéromai] berufen (V.),

hinweisen



αναφορά (F.) [anaphorá] Bezug (M.),

Eingabe (F.), Hinweis (M.), Rapport (M.)



αναφορά (F.) παραπόνων [anaphorá

parapónon] Petition (F.)



αναφορικά με το έντιμο της δημοσιο-

ποίησης [anaphoriká me to éntimo tes

demosiopoíeses] verlagsrechtlich



αναφορική αξίωση (F.) [anaphoriké axíose]

petitorischer Anspruch (M.)



αναφορικός [anaphorikós] petitorisch

αναχαιτίζω [anachaitízo] hemmen

αναχαίτιση (F.) [anachaítise] Hemmung (F.)

ανάχωμα (N.) [anáchoma] Deich (M.)

ανδρείκελο (N.) [andreíkelo] Strohmann (M.)

ανεβάζω [anebázo] anheben

ανεβαίνω [anebaíno] steigen

ανέγγυα πίστωση (F.) [anéngya pístose]

Personalkredit (M.)



ανέγερση (F.) κατοικιών [anégerse katoikión]

Wohnungsbau (M.)



ανέγκλητος [anénkletos] unbescholten

ανέκαθεν [anékathen] Jahr und Tag

ανέκκλητο (Ν.) [anékkleto] Unwiderruflichkeit

(F.)


ανέκκλητος [anékkletos] unwiderruflich

ανεκτός [anektós] zumutbar

ανελέητη συμπεριφορά (F.) [aneléete

symperiphorá] Rücksichtslosigkeit (F.)



ανελέητος [aneléetos] rücksichtslos

ανενεργό (N.) [anenergó] Unwirksamkeit (F.)

ανενεργός fs24 ε[anenergós] unwirksam

Dostları ilə paylaş:


Verilənlər bazası müəlliflik hüququ ilə müdafiə olunur ©genderi.org 2017
rəhbərliyinə müraciət

    Ana səhifə